Υπήρχαν ημέρες που η λογική δεν κατάφερνε να ξεπεράσει το συναίσθημα και επηρέαζε την σκέψη του, τις αποφάσεις. Ήθελε να αδειάσει από όλα και το περιβάλλον δεν τον βοηθούσε. Στην πραγματικότητα δεν βοηθούσε κάποιες φορές ο ίδιος τον εαυτό του. Οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε ανόητα "πρέπει" και "γιατί". Αυτοβασανίζονται χωρίς στην πραγματικότητα να πρέπει να το κάνουν. Αποφάσισε μια βόλτα με την μηχανή. Είχε καιρό να την καβαλήσει, να κάνει την παρανομία του μαζί της. Φόρεσε το κράνος και κινήθηκε νωχελικά στην αρχή, σαν να μην την ήθελε αυτή την βόλτα. Πάντα τον ενοχλούσαν οι μοναχικές βόλτες, εκτός από τις ημέρες που ήθελε να διώξει απο μέσα του ότι προσπαθούσε να τον κυριεύσει. Ο ήχος της μουσικής ήρθε γρήγορα στα αυτιά του και τον "ξύπνησε", του έδωσε ρυθμό. Ψιθύρισε το κομμάτι που έπαιζε και έστριψε προς τον δρόμο της Καλογριάς.
Αγαπημένο μέρος, ευλογημένος τόπος, να χαθείς, να πάρεις ανάσες, να ηρεμήσεις. Όμορφο μέρος να το μοιραστείς με κάποια. Ερωτικό μέρος θα το έλεγες. Ο ήχος από το κλάξον ενός οδηγού τον επανέφερε στην πραγματικότητα, ο δρόμος δύσκολος και στενός σε κάποια σημεία δεν σε άφηνε να ηρεμήσεις μέχρι να φθάσεις στο τέλος της διαδρομής. Συνήθως έτσι είναι και οι διαδρομές της ζωής μας όταν αφήνεις να πολυκυκλοφορούν γύρω σου αρκετοί. Όταν δίνεις "ευκαιρίες" σε πολλούς να προσθέσουν πόντους κοντά σου. Αν και φιλτράριζε αρκετά πια τους "αρνητικούς" η ευγένεια ψυχής του άφηνε μικρά παραθυράκια για ευκαιρίες σε κάποιους. Ευτυχώς έφθασε στο τέρμα της διαδρομής και οι σκέψεις πήραν τέλος. Κοίταξε μακρυά στον ορίζοντα, απόλυτη γαλήνη. Ηρεμία, μαγική στιγμή κάπου εκεί στην δύση του ηλίου. Η εποχή ιδανική για μια βόλτα εκεί στην άμμο. Την σκέφθηκε, πάντα ήθελε να είναι και αυτή εκεί μαζί του. Έβγαλε τα παπούτσια και αποφάσισε να περπατήσει εκεί στην αμμουδιά. Του θύμιζε την δική της εικόνα να την βλέπει να περπατάει εκεί δίπλα του ξυπόλυτη στην άμμο. Η θάλασσα έκανε το δικό της παιχνίδι και έμπαινε κάπου κάπου στα πόδια του να τον δροσίσει. Η εικόνα γνώριμη ακόμη και από τις τόσες φορές που την έφτιαχνε όταν ζούσε τον έρωτά του. Όταν άπλωνε το χέρι του στο χέρι της και περπατούσαν μαζί εκεί με τα πόδια γυμνά στην άμμο. Ο ουρανός συννεφιασμένος αλλά δεν τον τρόμαζαν αυτά τα σύννεφα. Πιο πολύ τα σύννεφα που είχε ακόμη η ψυχή του ήθελε να διώξει. Την έφερε πιο έντονα στον νου του. Την είχε τόσες φορές απέναντί του, δίπλα του αλλά και τόσες λίγες στην ζωή του. Οι άνθρωποι σκέφθηκε είναι τελικά τόσο κοντά και τόσο μακρυά ταυτόχρονα. Απο μακρυά πρόβαλε μια σιλουέτα, νέες σκέψεις, ένα χαμόγελο. Πόσο θα ήθελε να ήταν εκείνη. Πάντα έκανε τρελές σκέψεις, πάντα είχε επιθυμίες. Πέρασε από δίπλα του, κοιτάχτηκαν και συνέχισαν και οι 2 τον μοναχικό τους περίπατο. Η αμμουδιά δεν είχε τα χρώματα της δύσης του καλοκαιριού, ήταν πιο νοτισμένη αλλά μπορούσε να τους δεχθεί εκεί μαζί και ας ήταν φθινόπωρο. Ανυπομονούσε να έρθει το φθινόπωρο, όχι για να πάει άλλη μια βόλτα σε τούτο τον τόπο, αλλά για τα χρώματα της φύσης. Ανυπομονούσε να έρθει να της δείξει το χαλί της φύσης και τις εναλλαγές των χρωμάτων. Ανυπομονούσε να την βάλει στο κάδρο του. Ταυτόχρονα πάντα ένοιωθε ένα "δέος" με την σκέψη να την φωτογραφήσει. Δεν πίστευε ότι μπορεί να αποτυπώσεις την ομορφιά των ματιών σου σε μια άψυχη μηχανή. Δεν πίστευε ότι μπορείς να κλείσεις σε μια φωτογραφία την ματιά, το χαμόγελο ψυχής, την επιθυμία. Καβάλησε ξανά την μηχανή εκεί στο σούρουπο. Εκείνη την στιγμή που το ηλιοβασίλεμα σε έναν φυσικό καμβά του ουρανού παρουσιάζει το έργο του σαν μια ζωγραφιά αυτός ξεκίνησε. Τα χιλιόμετρα θα τον έφερναν πιο κοντά της έστω και αν ήταν μακρυά. Αρκούσε ;
Harry Styles - Sign of the Times

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου